δ) Η Χαλκίδα τα νεότερα χρόνια

Η Χαλκίδα στην Τουρκοκρατία:

Τον Ιούνιο του 1470, ο τουρκικός στόλος με ναύαρχο τον Μαχμούτ πασά ξεκίνησε από τον Ελλήσποντο για τη Χαλκίδα. Στην πορεία του επιχείρησε να καταλάβει τη Σκύρο, όπου δεν κατάφερε να πατήσει το κάστρο της αλλά κατέστρεψε την ύπαιθρο. Πέρασε κατόπιν το δίαυλο του Καφηρέα, κατέλαβε τα Στύρα και το κάστρο των Αρμένων, κατέστρεψε τον Πορθμό (περιοχή Αλιβερίου) και την περιοχή του και έβαλε πλώρη για τη Χαλκίδα. Κυρίεψε το Βασιλικό και το μεγάλο πύργο του και στις 15 Ιουνίου, αφού πέρασε το στενό της Αυλίδας, αγκυροβόλησε στο νότιο λιμάνι, το Βούρκο. Οι άνδρες βγήκαν στην ξηρά και κατέλαβαν όλη την παραλία και τους γύρω λόφους της Αγίας Μαρίνας, σε μικρή απόσταση από τα τείχη της πόλης. Τις δυο πρώτες μέρες έγιναν αψιμαχίες μεταξύ των ανδρών της φρουράς και των Τούρκων. Στις 18 Ιουνίου έφθασε διαμέσου των Θηβών και του Ανηφορίτη, ο κύριος όγκος των τουρκικών στρατευμάτων, έχοντας επικεφαλής τον Μωάμεθ Β'. Ο τουρκικός στρατός είχε απλωθεί σε όλη την περιοχή της Χαλκίδας. Τοποθετήθηκαν επίσης όλμοι και πυροβόλα, καθώς και 21 κανόνια, σε επίκαιρα σημεία γύρω από την πόλη.

Οι πολιορκημένοι βρέθηκαν σε απελπιστική θέση, παρόλο που ήταν κλεισμένοι μέσα σε ισχυρά κάστρα. Τα τείχη προς το μέρος του νησιού περιβάλλονταν από πλατειά και βαθιά τάφρο γεμάτη με θαλασσινό νερό. Η τάφρος άρχιζε από το βόρειο λιμάνι, το Στρογγυλό (ξενοδοχείο "Παλίρροια"), και δια της σημερινής οδού Ελευθερίου Βενιζέλου, κατέληγε στο Βούρκο.

Βαϊλος τότε ήταν ο Παύλος Ερίτζος. Η άμυνα της Χαλκίδας στηριζόταν, εκτός από την τακτική φρουρά, και σε 700 άνδρες που είχαν έρθει από το Ηράκλειο της Κρήτης, επίσης στη δύναμη του Δαλματού Τομάζο από 500 άνδρες, η οποία είχε αναλάβει τη φροντίδα των πολεμικών μηχανών της πόλης, και σε λίγες ακόμα χιλιάδες άνδρες. Ο άμαχος πληθυσμός ήταν 2500 ψυχές, εκτός από τους πρόσφυγες.

Όταν στις 25 Ιουνίου, ο Μωάμεθ συμπλήρωσε όλες τις προετοιμασίες του, ζήτησε από τον βαϊλο να παραδοθεί, δίνοντάς του διάφορες υποσχέσεις. Συνάντησε την άρνηση του βαϊλου.

Το βράδυ άρχισε ο βομβαρδισμός της πόλης, που κράτησε πέντε ημέρες και πέντε νύχτες. Ρίχτηκαν 120 μεγάλες λίθινες πλάκες, που η κάθε μια ζύγιζε 200 κιλά. Οι πολιορκητές έριξαν ξερά κλαδιά στην τάφρο για να περάσουν, αλλά οι πολιορκούμενοι έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Δεύτερη μεγάλη επίθεση έγινε στις 30 Ιουνίου, που απέτυχε, φέροντας στους Τούρκους μεγαλύτερες απώλειες.

Τις ημέρες της πολιορκίας το τουρκικό ιππικό, προχώρησε προς το κέντρο της Εύβοιας και έφθασε μέχρι τα χωριά Οριό και Βρύση. Στην επέλασή του σκότωσε τους πάνω από 15 ετών άνδρες και γυναίκες. Τα παιδιά κάτω από τα 15 τα έστειλε σκλάβους στην Κωνσταντινούπολη. Οι 3000 μάχιμοι άνδρες που είχαν καταφύγει στο φρούριο Κούπα, για να σωθούν, διατάχθηκε να σφαγούν όλοι μετά από την παράδοση του φρουρίου. Αλλοι λένε ότι μεταφέρθηκαν στη Χαλκίδα, και κομματιάστηκαν μπροστά στα μάτια των πολιορκημένων για να καμφθεί το ηθικό τους. Σύμφωνα με την παράδοση, σφάχτηκαν νότια του φρουρίου Κούπα και θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους.

Στις 30 Ιουνίου το πλήρωμα ενός βενετσιάνικου πλοίου που έφερνε άνδρες και πολεμοφόδια, από κακό χειρισμό, στον όρμο του Βούρκου, έπεσε στη μέση του τουρκικού στόλου και όλοι οι άνδρες σφάχτηκαν μπροστά στο κάστρο.

Ο σουλτάνος εξακολουθούσε να βομβαρδίζει το κάστρο και να ζητάει την παράδοση της πόλης.

Στις 11 Ιουλίου φάνηκε στο βόρειο Ευβοϊκό ο βενετσιάνικος στόλος. Ο ναύαρχος Κανάλε, για ανεξήγητους λόγους, δεν βοήθησε τους πολιορκημένους, και μόλις το ρεύμα του Ευρίπου άλλαξε πορεία, επέστρεψε και αγκυροβόλησε στον όρμο των Πολιτικών.

Ο Μωάμεθ, βλέποντας την αναποφασιστικότητα του Βενετού ναυάρχου, το πρωί της 12ης Ιουλίου, διέταξε γενική επίθεση κατά της πόλης. Οι Τούρκοι φρόντισαν να γεμίσουν την τάφρο με βαρέλια, πτώματα και κλαδιά, με αποτέλεσμα τα νερά της να πλημμυρίσουν τα ραγισμένα τείχη. Ο αυτοσχέδιος δρόμος βρωμούσε απαίσια από τα πτώματα όταν άρχισε η γενική επίθεση. Η φρουρά, αποδεκατισμένη, κατάκοπη, ύψωσε μαύρες σημαίες, σημείο έσχατης απελπισίας, για να βοηθήσει ο Κανάλε, αλλά καμιά ανταπόκριση δεν πήρε. Χωρίς καμιά βοήθεια αγωνίσθηκε υπεράνθρωπα υπερασπίζοντας τα τείχη. Ο προμαχώνας του Βούρκου και όλος ο περίβολος είχε καταληφθεί από τους Γενίτσαρους. Ο αγώνας συνεχίστηκε στους στενούς δρόμους της πόλης, όπου οι κάτοικοι αμύνονταν με όποιον τρόπο και μέσο μπορούσαν.

Ο Βενετός ναύαρχος Κανάλε κινήθηκε επιτέλους να κάνει επίθεση ενάντια στη γέφυρα από βάρκες, αλλά όταν είδε την τουρκική σημαία να κυματίζει στις επάλξεις της πόλης γύρισε πίσω και άφησε τους δύστυχους του Κάστρου στην τύχη τους. Ο Μαχμούτ πασάς και ο Ιταλός διερμηνέας που στάλθηκαν για να δουν την ισχυρότητα του κάστρου, υποσχέθηκαν τη ζωή όλων που ήταν μέσα στο κάστρο, αλλά όχι και την ελευθερία τους. Ο Μωάμεθ δεν δέχτηκε τη συμφωνία και εξέδωσε διαταγή για τη σφαγή όλων. Ο βαϊλος Παύλο Ερίτσο είχε ιδιαίτερη τύχη. Τοποθετήθηκε πάνω σε δύο σανίδες για να τον κόψουν στη μέση με πριόνι.

Η σφαγή που ακολούθησε την άλωση της Χαλκίδας ήταν απίστευτα σκληρή. Το αίμα έτρεχε ποτάμι. Όλοι οι δρόμοι ήταν κατάσπαρτοι από ανθρώπινα σώματα ή μέλη τους. Ο Εύριπος είχε κοκκινίσει και τα πτώματα επέπλεαν. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας σκοτώθηκαν 70.000 Τούρκοι και 6.000 Χριστιανοί και Έλληνες.

Την τύχη της Χαλκίδας, δεν υπέστησαν οι άλλες ευβοϊκές πόλεις, γιατί παραδόθηκαν.

Όταν τα νέα της πτώσης του Νεγρεπόντε έφτασαν στη Βενετία, μεγάλος θρήνος ξέσπασε για τους συγγενείς που είχαν εκεί. Ο Πέτρο Μοντσενίζο διορίσθηκε στη θέση του ναυάρχου Κανάλε, με τη ρητή εντολή να στείλει πίσω σιδηροδέσμιο τον πρώην ναύαρχο. Ο Κανάλε δικάστηκε στη Βενετία και εξορίστηκε στο "Porto Gruato" της Δαλματίας, όπου πέθανε περιφρονημένος.

Η Εύβοια, που ονομάστηκε Εγριμπόζ ή Γριμπός από τους Τούρκους, μοιράστηκε σε δύο πασαλίκια: της Χαλκίδας και της Καρύστου. Η Χαλκίδα ορίστηκε έδρα του νομού Ευβοίας και περιελάμβανε τους καζάδες των Θηβών, των Αθηνών, της Λεβάδειας, των Σαλώνων και της Αταλάντης.

Ο διοικητής του νομού λεγόταν Πασάς και ο υποδιοικητής του Μουσελίμης. Σαντζάκι έγινε η Χαλκίδα με φιρμάνι του Σουλεϊμάν Μωάμεθ Β' το 1471.

Στη Χαλκίδα έμενε ο σατράπης, πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής της Εύβοιας και ο ναύαρχος που επιτηρούσε το Αιγαίο πέλαγος, με βοηθό τον Κεχαγιά, υποσατράπη. Οι Τούρκοι της Χαλκίδας υπολογίζονταν σε 1000 οικογένειες.

Η διοίκηση των Τούρκων ήταν τυραννική και βάρβαρη. Οι Ελληνες πλήρωναν υπέρογκους φόρους, ενώ δεν είχαν ούτε περιουσία ή ιδιοκτησία.

Από τον 16ο αιώνα, άρχισε να διαμορφώνεται οικισμός έξω από το χώρο του κάστρου και έναν αιώνα αργότερα, το 1670, ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε τη Χαλκίδα, ανέφερε ότι υπήρχαν έντεκα μουσουλμανικές συνοικίες, πέντε χριστιανικές και μία εβραϊκή, και ότι μέσα στο κάστρο βρίσκονταν χίλια εννιακόσια σπίτια. Όπως προκύπτει από το Γερμανό περιηγήτη Friesement, στη δεκαετία του 1780, η Χαλκίδα είχε πληθυσμό 15.000 κατοίκους και ήταν ένα από τα εμπορικά κέντρα της περιοχής.

Τον Απρίλιο του 1684 η Βενετία κήρυξε τον πόλεμο στους Τούρκους. Η κατάκτηση της Χαλκίδας ήταν επιβεβλημένη για τους Βενετούς για τη θετική έκβαση των μαχών που ήταν σε εξέλιξη.

Στις 30 Ιουνίου 1688 τα βενετικά πλοία υπό τις διαταγές του αρχιστράτηγου και δόγη, του Μοροζίνι, ξεκίνησαν από το λιμάνι του Πόρου για να φτάσουν δέκα μέρες αργότερα στη Χαλκίδα. Τα συμμαχικά στρατεύματα υπό το σουηδό κόμη Konigsmarck, συγκροτούσαν στρατιώτες από διάφορα γερμανικά κρατίδια, τη Μάλτα, την Τοσκάνη, τη Σαβοϊα και την Αγία Έδρα. Στα πολεμικά γεγονότα έλαβαν μέρος ελληνικά και αλβανικά σώματα από το Ιόνιο, τη Μάνη και την Αθήνα με δικούς τους αρχηγούς.

Η τουρκική φρουρά αριθμούσε 6.000 άνδρες, ενώ στη βοιωτική ακτή υψωνόταν το φρούριο του Καράμπαμπα με 40 κανόνια και 6.600 στρατιώτες.

Στις 13 Ιουλίου 1688 φθάνουν οι Βενετοί και οι σύμμαχοί τους έξω από τη Χαλκίδα. Τα συμμαχικά στρατεύματα αριθμούσαν 8.000 πεζούς και 800 ιππείς. Ένα μεγάλο τμήμα του στρατού όμως που επέβαινε στην αρμάδα λόγω των σφοδρών ανέμων που επικρατούσε στην περιοχή δεν κατόρθωσε να αποβιβαστεί.

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Konigsmarck άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ και ο ίδιος ο Μοροζίνι ήταν άρρωστος. Στις 20 Σεπτεμβρίου, οι Φλωρεντινοί και οι Μαλτέζοι βλέποντας ότι η ήττα πλησίαζε, αποφάσισαν να αποχωρήσουν. Τα κανόνια του Καράμπαμπα σφυροκοπούσαν συνεχώς τα συμμαχικά στρατεύματα, τα οποία δεν άντεξαν την πίεση και την πανούκλα, αλλά και την έλλειψη εφοδίων, νερού και χρημάτων. Στις 21 Οκτωβρίου 1688, τα συμμαχικά στρατεύματα επιβιβάστηκαν στα πλοία παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής προς τα πελοποννησιακά παράλια.

Η Χαλκίδα στους νεότερους χρόνους:

Στην περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 η Χαλκίδα αποτελούσε απόρθητη πόλη, εφόσον διέθετε και στις δύο ακτές του στενού του Ευρίπου δύο ισχυρά φρούρια, τα οποία ελέγχονταν απόλυτα από τους Τούρκους.

Οι Έλληνες προσπάθησαν να την καταλάβουν, όμως η τουρκική φρουρά άντεξε, ακόμα και στην εξάμηνη πολιορκία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, τον οποίο υποστήριζαν και ψαριανά πλοία, αποκλείοντας το φρούριο από τη θάλασσα. Η πολιορκία λύθηκε όταν ο τουρκικός στόλος εμφανίστηκε στον Ευβοϊκό και ενίσχυσε τη φρουρά της Χαλκίδας. Έτσι η Χαλκίδα παρέμεινε μέχρι το τέλος του Αγώνα στα χέρια των Τούρκων.

Στις 23-3-1833 ο Ομέρ παρέδωσε το φρούριο της Χαλκίδας δια του αντιπροσώπου του Χατζή Ισμαήλ στον αντιπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης Ρίζο Νερουλό. Επειδή μάλιστα ο Ισμαήλ ανέβαλλε την παράδοση της πόλης, ο ναύαρχος Λάιονς ρυμούλκησε τη φρεγάτα του στο λιμάνι της, ενώ άλλα 3 πολεμικά αγκυροβόλησαν έξω από αυτό και απείλησε πως θα κανονιοβολούσε τη Χαλκίδα, αν δεν την παρέδιδε ο Ισμαήλ εντός 24 ωρών.

Με την απελευθέρωση ο πρώτος νομάρχης της Εύβοιας ο Γ. Αινιάν έκανε αμέσως στη Χαλκίδα αλληλοδιδακτικό σχολείο και ίδρυσε το πρώτο τυπογραφείο. Αλλά το πνευματικό επίπεδο της ευβοϊκής πρωτεύουσας ήταν τόσο χαμηλό το 1833, που ο "Γραμματεύς της Επικρατείας επί των Εσωτερικών" Γ. Ψύλλας γράφει στα απομνημονεύματά του πως δεν εύρισκε μεταξύ των ντόπιων πρόσωπα ικανά για να συγκροτήσει Συμβούλιο Δημογεροντίας.

Το 1850 κυκλοφόρησε στη Χαλκίδα η εφημερίδα "ΕΛΛΗΝ" η πρώτη εφημερίδα της Εύβοιας. Η τακτική της κυκλοφορία φανερώνει πως η Εύβοια είχε εισέλθει σε περίοδο κοινωνικής και πολιτιστικής αναδημιουργίας.

Όπως βεβαιώνει και ο J. Girard, η Χαλκίδα διατηρούσε τον ανατολίτικο χαρακτήρα της. Τα τζαμιά της πόλης κατεδαφίστηκαν, εκτός αυτού της πλατείας Πεσόντων Οπλιτών, το 1885. Ο πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης υποσχέθηκε στο δήμαρχο Χαλκίδας, Ηρ. Γαζέπη, την κατεδάφιση του τείχους της. Το γκρέμισμα άρχισε στα 1885.

Η Χαλκίδα μεταβλήθηκε στους Βαλκανικούς πολέμους, σε μεγάλο στρατόπεδο, από όπου απέπλεαν πλοία και τραίνα γεμάτα στρατό και εφόδια.

Τον Οκτώβριο του 1920, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήρθε στη Χαλκίδα και μίλησε στους Χαλκιδείς από τον εξώστη της οικίας Κιαπέκου. Στο λόγο του προφήτευσε τα επερχόμενα δεινά σε περίπτωση αποτυχίας του στις εκλογές του 1920.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή η Χαλκίδα δέχτηκε ένα σημαντικό αριθμό προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Το 1922 κατάφορτα πλοία με 5.000 πρόσφυγες κατέπλευσαν στη Χαλκίδα. Εμφανίστηκαν στις πλατείες της παράγκες και άρχισε η ανέγερση των προσφυγικών συνοικισμών. Στο κτήμα του Βουδούρη κτίστηκε η Νέα Αρτάκη, στον Κοπανά η Νέα Λάμψακος και μέσα στη Χαλκίδα η Νεάπολη. Μέχρι να γίνουν οι οικισμοί οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε σχολεία, ναούς και αποθήκες της Χαλκίδας.

Στις 25 Απριλίου 1941 γερμανικός στρατός εισήλθε στη Χαλκίδα. Η γερμανική διοίκηση εγκαταστάθηκε στο "Κόκκινο Σπίτι" του Μάλλιου. Επίταξαν ακόμη και άλλα 70 σπίτια και τα ξενοδοχεία "Παλίρροια" και "Εθνικόν".

Η Χαλκίδα του εικοστού αιώνα συνδύασε κατά τρόπο εντυπωσιακό τη βιομηχανική, την εμπορική αλλά κυρίως την τουριστική και πολιτιστική ανάπτυξη.


Γενικά

Εύριπος

Ιεροί Ναοί

Ιστορία

Ιστορικά κτίρια

Ιστορικοί χώροι

Κάνηθος

Μουσεία

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του περιεχομένου του παρόντος web site
με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη.
Τουριστικός oδηγός Ευβοίας Βόρεια Εύβοια Κεντρική Εύβοια Νότια Εύβοια Σκύρος Οδικός χάρτης Δορυφορικός χάρτης
Χρήσιμα τηλέφωνα στην κατηγορία
"Δήμος Χαλκιδέων"
Αυτοδιοίκηση:
• Δήμος Χαλκιδέων: 22210 22314
• Νομαρχία Ευβοίας: 22213 51400, 22210 36000

Πολιτισμός:
• Αρχαιολογικό μουσείο Χαλκίδας: 22210 25131
• Ιστορικά αρχεία Χαλκίδας: 22210 85295
• Μουσείο φίλων του Σκαρίμπα: 22210 80134
• Εστία της γνώσης (Κόκκινο Σπίτι): 22210 77599, 22210 87860

Μετακινήσεις:
• ΟΣΕ Χαλκίδας: 22210 22386
• ΚΤΕΛ νομού Ευβοίας: Χαλκίδα: 22210 20400, Αθήνα: 210 8317163, Θεσ/νίκη: 2310 595409, Ιωάννινα: 26510 41248

Υπηρεσίες:
• Αστυνομικό τμήμα Χαλκίδας: 22210 83333, 22210 22100, 22210 89500, 22210 76135
• Τμήμα ασφαλείας Χαλκίδας: 22210 24574, 22210 74225, 22210 22384
• Τμήμα τροχαίας Χαλκίδας: 22210 21111, 22210 22513, 22210 27400
• Τμήμα τουριστικής αστυνομίας Χαλκίδας: 22210 77777
• Κεντρικό λιμεναρχείο Χαλκίδας: 22210 28888
• Πυροσβεστική υπηρεσία Χαλκίδας: 22210 80632, 22210 80631

Υγεία:
• Νοσοκομείο Χαλκίδας: 22210 21901-10

Διάφορα:
• Ελληνικός Ορειβατικός Σύλλογος Χαλκίδας: 22210 25230
Κεντρική σελίδα Στατιστικά Βιβλιογραφία Απογραφή πληθυσμού Επικοινωνία