Ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ κ. Γιώργος Σουφλιάς παρουσίασε την Τρίτη 4 Μαρτίου, το Εθνικό Πρόγραμμα Διαχείρισης και Προστασίας των Υδατικών Πόρων. Το Εθνικό αυτό πρόγραμμα καταρτίστηκε από την Κεντρική Υπηρεσία Υδάτων του ΥΠΕΧΩΔΕ, σε συνεργασία με τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Υδάτων και εκλεκτούς καθηγητές του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Για την κατάρτισή του αξιοποιήθηκαν όλα τα στοιχεία και οι μελέτες που υπήρχαν μέχρι σήμερα.
Τον πυρήνα του Προγράμματος αποτελεί η παρουσίαση της υδρολογικής κατάστασης του κάθε ενός από τα 14 υδατικά διαμερίσματα της χώρας και η καταγραφή των προβλημάτων, των δυνατοτήτων και των προοπτικών τους. Με βάση τα στοιχεία αυτά διαμορφώνονται προτάσεις σχετικά με τη διαχείριση των υδατικών πόρων κάθε περιοχής. Και βέβαια, γίνεται σύνθεση της διαχείρισης στο επίπεδο του συνόλου της χώρας.
Το Εθνικό Πρόγραμμα Διαχείρισης και Προστασίας των Υδατικών Πόρων είναι απαραίτητο εργαλείο για τη διαχείριση και προστασία του νερού σε περιφερειακό και κεντρικό επίπεδο. Κι αυτό κυρίως για τους εξής λόγους:
Ο νομός της Εύβοιας, εντάσσεται στο Υδατικό Διαμέρισμα της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, μαζί με τους νομούς Βοιωτίας, μεγάλα τμήματα των νομών Φθιώτιδας και Φωκίδας και μικρά τμήματα των νομών Αττικής, Μαγνησίας και Ευρυτανίας.
Στο υδατικό διαμέρισμα που μας ενδιαφέρει έχουν πραγματοποιηθεί μετρήσεις της ποιοτικής κατάστασης των υπογείων υδάτων στα πλαίσια δύο ερευνητικών προγραμμάτων που ανατέθηκε από το ΥΠΕΧΩΔΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1993-1994) και στο Πανεπιστήμιο Πατρών (1996-1999), ενώ υπάρχουν και μετρήσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ για την περίοδο 2004-2005. Τα στοιχεία που έχει το ΥΠΕΧΩΔΕ προέρχονται από μετρήσεις σε σύνολο 24 σταθμών εκ των οποίων οι 22 ταυτίζονται με αυτούς των προαναφερθέντων ερευνητικών προγραμμάτων.
Στην περιοχή των Ψαχνών καταγράφονται την περίοδο 1993-1999 αυξημένες συγκεντρώσεις νιτρικών οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 44-108 mg/L καθώς και σημαντικές συγκεντρώσεις νιτρωδών (1,35 mg/L) και αμμωνιακών (0,5-0,7 mg/L) που οφείλονται στις εντατικές καλλιέργειες της περιοχής και στη μικρή σχετικά δυναμικότητα του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα. Επισημαίνεται ότι οι συγκεντρώσεις νιτρικών στην ίδια περιοχή για την περίοδο 2004-2005, έχουν υπερδιπλασιαστεί με τη μέση τιμή να φτάνει πλέον τα 234 mg/L και τη μέγιστη τα 370 mg/L.
Υψηλές τιμές νιτρικών και συστηματικά αυξημένες συγκεντρώσεις αμμωνιακών τόσο για την περίοδο 1996-99 όσο και την περίοδο 2004-2005 καταγράφονται επίσης στη θέση Βέλος, οι οποίες δεν σχετίζονται με καλλιέργειες, αλλά οφείλονται σε σημειακές πηγές ρύπανσης και ενδεχομένως στη λειτουργία του εργοστασίου της ΔΕΗ στο Αλιβέρι.
Σημαντικές συγκεντρώσεις νιτρικών και αμμωνιακών έχουν καταγραφεί και στο Βασιλικό που κυμαίνονται μεταξύ 8-92 mg/L και 04,-2,0 mg/L αντίστοιχα. Στη Βόρεια Εύβοια μεγάλες συγκεντρώσεις νιτρικών, της τάξης 86 mg/L καταγράφονται στο Μαντούδι.
Κύρια συμπεράσματα του Προγράμματος*
Α. Συμπεράσματα για την επάρκεια και την αξιοποίηση των υδατικών πόρων
Το πιο πλεονασματικό υδατικό διαμέρισμα είναι αυτό της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ενώ το πιο ελλειμματικό είναι αυτό της Θεσσαλίας. Αλλα ελλειμματικά διαμερίσματα είναι αυτά της Ανατολικής Πελοποννήσου και των Νήσων Αιγαίου. Μακροπρόθεσμα, με τους σημερινούς ρυθμούς αύξησης των αναγκών, εκτιμάται ότι θα γίνουν ελλειμματικά και τα διαμερίσματα της Βόρειας Πελοποννήσου, της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, της Αττικής, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θράκης.
Συνολικά, πάντως, η χώρα διαθέτει επαρκείς επιφανειακούς και υπόγειους υδατικούς πόρους. Όμως, υπάρχουν διάφοροι λόγοι οι οποίοι μειώνουν σημαντικά την πραγματική διαθέσιμη ποσότητα των υδατικών πόρων και δυσκολεύουν την αξιοποίησή τους. Οι κυριότεροι από αυτούς τους λόγους είναι:
Τα προβλήματα διαθεσιμότητας των υδατικών πόρων επιτείνονται λόγω:
Β. Συμπεράσματα για την ποιότητα των υδατικών πόρων
Από τις διαθέσιμες μετρήσεις τοξικών στοιχείων στα επιφανειακά νερά, διαπιστώνεται ότι η ποιοτική τους κατάσταση όσον αφορά τοξικές ουσίες είναι ικανοποιητική.
Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει για τη ρύπανση των υπόγειων νερών (αλλά και των επιφανειακών) που οφείλεται στην παρουσία υψηλών συγκεντρώσεων αζώτου και κυρίως νιτρικών.
Προτάσεις - Μέτρα
A. Προστασία υπογείων υδάτων
Επειδή η υποβάθμιση των υπογείων υδάτων είναι σε πολλές περιοχές κρίσιμη, θα πρέπει να ληφθούν ριζικά μέτρα προστασίας και ανάκαμψης των υδροφορέων. Σύμφωνα και με την πρόσφατη σχετική Οδηγία της Ε.Ε., οι μέθοδοι αειφορικής διαχείρισης των υπόγειων υδατικών πόρων είναι μεταξύ άλλων:
Β. Αποχέτευση και επεξεργασία λυμάτων
Υπάρχει αξιόλογη πρόοδο στην αντιμετώπιση της ρύπανσης από αστικά λύματα. Μετά και την κατασκευή Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων των οικισμών της χώρας που υλοποιήθηκαν και υλοποιούνται τα τελευταία χρόνια μέσω του Γ' ΚΠΣ και την 4η Προγραμματική Περίοδο, όλοι οι οικισμοί άνω των 2.000 κατοίκων θα διαθέτουν δίκτυα αποχέτευσης και βιολογικούς καθαρισμούς.
Επίσης, πρέπει να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα διαχείρισης των βιομηχανικών αποβλήτων, όπου παρατηρείται σημαντική καθυστέρηση. Πολλά αστικά υδατορεύματα, αποτελούν αποδέκτες ανεπεξέργαστων λυμάτων και βιομηχανικών αποβλήτων, όπως για παράδειγμα ο Ασωπός.
Παράλληλα, θα πρέπει να ενισχυθούν οι προσπάθειες προεπεξεργασίας, παρακολούθησης και ελέγχου, καθώς και συγκέντρωσης των παραγωγικών και βιομηχανικών μονάδων σε βιομηχανικές περιοχές.
Γ. Ανάπτυξη επιφανειακών υδατικών πόρων
Η Ελλάδα έχει χαμηλούς δείκτες στην κατασκευή μεγάλων υδραυλικών έργων αξιοποίησης υδατικών πόρων, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρά τις δεδομένες γεωγραφικές και κλιματικές ιδιαιτερότητές της. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στην τελευταία θέση μεταξύ 24 ευρωπαϊκών και μεσογειακών χωρών διαθέτοντας μόλις 46 μεγάλα φράγματα. Η Ισπανία (1η στην κατάταξη) διαθέτει 1196, η Τουρκία (2η) 625, η Γαλλία (3η) 569, η Ιταλία (4η) 524, η Αλβανία (8η) 306 κλπ.
Όμως, τα μεγάλα υδραυλικά έργα υποδομής (ακόμη και αν πρόκειται για μεγάλους ταμιευτήρες και μεταφορές ή εκτροπές νερού σε άλλες λεκάνες) οφείλουν να αντιμετωπίζονται χωρίς δογματισμό και ιδεολογικές προκαταλήψεις διότι:
Χρειάζεται να κατασκευασθούν έργα (μεσαίας και μεγάλης κλίμακας), τα οποία θα επιτρέψουν την κάλυψη των υδατικών ελλειμμάτων των ελλειμματικών περιοχών της χώρας και τη μερική επαναφορά των υπογείων υδατικών πόρων σε ανεκτή κατάσταση, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η Οδηγία 2000/60 για τα νερά, δηλαδή την προστασία της ποιοτικής κατάστασης των επιφανειακών υδατικών συστημάτων στα οποία γίνονται οι παρεμβάσεις, την αποφυγή της διατάραξης των οικοσυστημάτων, τον υπολογισμό του περιβαλλοντικού κόστους στην οικονομική ανάλυση, κλπ..
Στα έργα αυτά πρέπει να συμπεριληφθούν περίπου 20 μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα που έχουν μελετηθεί (π.χ. στον Αχελώο, τον Αλιάκμονα, τον Αώο, τον Καλαμά και τον Αραχθο) και περίπου 250 μικρά υδροηλεκτρικά έργα που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί. Επίσης, θα πρέπει να συνεχισθεί με ταχείς ρυθμούς το πρόγραμμα κατασκευής λιμνοδεξαμενών και υδρευτικών/αρδευτικών φραγμάτων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (11 ήδη κατασκευαζόμενα, 87 με οριστικές εγκεκριμένες μελέτες, και 9 με εκπονούμενες ή προς ανάθεση μελέτες).
Δ. Διαχείριση ζήτησης
Για τη βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων απαιτείται σωστή διαχείριση της ζήτησης για όλες τις χρήσεις, ειδικά στην άρδευση (84% περίπου της ζήτησης). Αυτά τα μέτρα πρέπει να μελετώνται και να εφαρμόζονται σε μόνιμη βάση και όχι σε περιόδους κρίσεων, αποσπασματικά και περιστασιακά.
Εξοικονόμηση νερού μπορεί να επιτευχθεί τόσο με αποδοτικότερες μεθόδους άρδευσης (π.χ. στάγδην άρδευση) και τη χρήση εναλλακτικών υδατικών πόρων, όσο και με επιλογή λιγότερο υδροβόρων καλλιεργειών, αλλά και τη συντήρηση/επιδιόρθωση αρδευτικών καναλιών και δικτύων. Θα πρέπει, πάντως, να γίνει κατανοητό ότι η εξοικονόμηση νερού άρδευσης δεν είναι μόνο ζήτημα υποκειμενικής στάσης των χρηστών. Χρειάζονται κατάλληλες υποδομές, για τις οποίες απαιτούνται αντίστοιχες οικονομικές επενδύσεις, στρατηγική αγροτικής κλπ πολιτικής και οικονομικά διαχειριστικά εργαλεία.
Το ίδιο ισχύει, σε μικρότερη κλίμακα, με την ύδρευση και τις σοβαρές απώλειες που παρουσιάζουν τα σχετικά δίκτυα.
Η διαχείριση της ζήτησης πρέπει να επεκτείνεται και στη διαχείριση λειψυδριών λόγω ξηρασίας, με επιμερισμό των επιπτώσεων από το έλλειμμα νερού στη διάρκεια μιας ξηρασίας.
Ε. Αντιπλημμυρική προστασία
Πρέπει να γίνει άμεσα σχεδιασμός για τον περιορισμό των κινδύνων από πλημμύρες με την χρηματοδότηση αντιπλημμυρικών έργων, σύμφωνα και με τη σχετική πρόσφατη ευρωπαϊκή οδηγία, με πρώτη προτεραιότητα τις περιοχές αυξημένης επικινδυνότητας (π.χ. Αττική, μεγάλες πόλεις, Έβρος). Ο σχεδιασμός θα περιλαμβάνει απαραίτητα αντιπλημμυρικά έργα, χάρτες επικινδυνότητας, σχέδια διαχείρισης εκτάκτων αναγκών και άλλα μέτρα.
Στ. Διακρατικές συμφωνίες
Απαιτείται να δοθεί έμφαση και προτεραιότητα στη σύναψη δίκαιων για τη χώρα συμφωνιών με τα γειτονικά κράτη (Βουλγαρία, Τουρκία, ΠΓΔΜ) για τα διακρατικά νερά, με σκοπό τη μακροπρόθεσμη ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία της ποιότητας των υδατικών αυτών πόρων, αλλά και την εξασφάλιση της ελάχιστης περιβαλλοντικής παροχής για τα σημαντικά οικοσυστήματα της περιοχής.
Ζ. Οικονομική ανάλυση χρήσεων νερού
Τέλος, σημαντικό πρόβλημα στην ορθολογική διαχείριση των υδατικών πόρων της χώρας αποτελεί η έλλειψη οικονομικής ανάλυσης των χρήσεων νερού. Σύμφωνα με τις απαιτήσεις και της Οδηγίας 2000/60, απαιτείται κοστολόγηση των χρήσεων και έργων αξιοποίησης νερού και επιμερισμός του οικονομικού κόστους και οφέλους στις επιμέρους χρήσεις, σε συνδυασμό με σύστημα κινήτρων, επιδοτήσεων και αποζημιώσεων.
Υλοποιούμενες δράσεις
Βρίσκεται σε εξέλιξη ένα μακροπρόθεσμο Πρόγραμμα Δράσεων που στόχο έχει την προστασία και ορθολογική διαχείριση των υδατικών πόρων της χώρας και μεταξύ άλλων περιλαμβάνει:
Σχετικά θέματα: