Hλεκτρονικό περιοδικό με θέματα και ειδήσεις από την Εύβοια   ...στο διαδίκτυο από το 1999
Σερβιτόρος της Εύβοιας

Διρφυακό ανέκδοτο

Διρφυακά Νέα - Μηνιαία εφημερίδα Διαδιρφυακής επικοινωνίας. Επικοινωνία: Γιάννης Γιαννούκος Τηλ.: 22280 51210 & 22280 51224
Έκδοση: Ιανουάριος 2007

Ο Αντρέας ήταν ένα ήσυχο απλό και αγαθό χωριατόπαιδο. Κάποτε λοιπόν, όταν ήταν πια σε ηλικία γάμου του έκαναν προξενιό για να παντρευτεί μια καλή κοπέλα από ένα διπλανό χωριό. Ο Ανδρέας δεν είχε αντίρρηση. Ξεκίνησε λοιπόν, να πάει στο διπλανό χωριό για να γνωρίσει τη νύφη, παρέα με έναν θείο του.

Η επικοινωνία τότε γινόταν με τα μουλάρια, γιατί δεν υπήρχαν δρόμοι και αυτοκίνητα.

Στο δρόμο ο θείος του τον συμβούλευε πώς θα συμπεριφερθεί και μεταξύ των άλλων του είπε και το εξής.

Όταν μας βάλουν για να φάμε, δεν θα πέσεις με τα μούτρα στο φαΐ και να σε περάσουνε για νηστικό, γι' αυτό θα τρως αργά-αργά και όταν εγώ σου πατήσω το πόδι κάτω από το τραπέζι, θα σταματήσεις να τρως και αν όλοι σου λένε φάε γαμπρέ εσύ θα λες ευχαριστώ δεν πεινάω άλλο.

Όταν λοιπόν έφτασαν στο σπίτι και ακολούθησαν οι συστάσεις και τα σχετικά, κάθισαν για να φάνε.

Όμως ο φουκαράς ο Ανδρέας δεν είχε προλάβει να βάλει μια μπουκιά στο στόμα του και η γάτα του σπιτιού περνώντας κάτω από το τραπέζι του πάτησε το πόδι.

Αυτό ήταν. Ο Ανδρέας παράτησε το φαΐ και όσο κι αν τον παρακαλούσαν όλοι να φάει αυτός επέμενε. Ευχαριστώ πολύ χόρτασα. Μάταια τον παρακαλούσε και ο θείος του να φάει, αλλά αυτός τίποτα.

Ξαφνικά άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς γιατί ήταν Νοέμβριος μήνας και έτσι αναγκάστηκαν να τους φιλοξενήσουν εκείνη τη βραδιά. Όμως εκείνη την εποχή τα σπίτια συνήθως δεν είχαν πολλά δωμάτια αλλά ένα μεγάλο που ήταν και κρεβατοκάμαρα και σαλόνι κι απ' όλα. Έστρωσαν λοιπόν σε μια γωνιά να κοιμηθούν ο Ανδρέας και ο θείος του.

Έξω η βροχή έπεφτε ακόμα ασταμάτητα.

Ο Ανδρέας όμως πείναγε πάρα πολύ, γι' αυτό άνοιξε κρυφά τα ταγαράκι που είχε μαζί του, στο οποίο είχε ψωμί, τυρί ελιές κ.λ.π. που τα είχε πάρει μαζί του για το δρόμο και άρχισα να μασουλάει.

Έξω η βροχή ακόμη έπεφτε και όλο και δυνάμωνε.

Σε μια στιγμή ξυπνάει ο νοικοκύρης του σπιτιού και ανοίγει την πόρτα να δει τον καιρό. Βλέπει λοιπόν τη βροχή που δεν έλεγε να σταματήσει αλλά όλο και δυνάμωνε και αναφωνεί.

Ρίξε καημένε Αντριά (Αντριά λέγανε το μήνα Νοέμβριο, επειδή αυτόν το μήνα είναι του Αγίου Ανδρέα).

Τότε ο Ανδρέας ανασηκώνεται από τα στρωσίδια του και λέει στον νοικοκύρη. Κι αν ρίχνω κι αν δε ρίχνω, απ' το ταγαράκι μου.

© 1999-2010 Σερβιτόρος της Εύβοιας.
Απαγορεύεται η χρήση του περιεχομένου ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο,
μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.